Τρίτη, 26 Απριλίου 2011

ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΑΓΙΣΣΑ

Γυναίκα μάγισσα τον έβλεπε τα βράδια
να γυρίζει μόνος σπίτι
μ’ εκείνο το χαμόγελο της χαρμολύπης.
Τον έβλεπε να γυροφέρνει στο δωμάτιο,
το οποίο κουτσά στραβά χωρούσε αυτόν και τα συναισθήματα του.
Πολλά βράδια ένιωθε κουρασμένος.
Ο μέσα του βυθός δεν είχε αρχή, μήτε τέλος.
Είχε πολλά να πει, μα πως να τα τιθασεύσει δεν ήξερε.

Ένα βράδυ συνηθισμένο σαν όλα τ’ άλλα
έπιασε ένα κομμάτι χαρτί κι ένα μολύβι.
Ήξερε πως του ήταν δύσκολο.
Tα πρώτα γράμματα πήραν μια κάποια μορφή,
αλλά δεν είχαν χρώμα, μήτε σχήμα.
Άνοστα και περιορισμένα
έγλυφαν απλά τις κόγχες των συναισθημάτων του
και τίποτα παραπάνω.
Τα επόμενα άρχισαν να σαλεύουν,
να έχουν κίνηση,
να παίρνουν σάρκα και οστά.
Με τρόπο ασυνήθιστο για όσα είχε δει μέχρι τότε
άρχιζαν να φλογίζονται ολοένα και περισσότερο.
Με απίστευτη ένταση και σιγουριά
έμεναν μια για πάντα,
λέξεις δυνατές πάνω στη κόλλα του.
Τα γράμματα με σχεδόν ερωτικό
τρόπο παθιασμένο,
είχαν πλέον επιταχύνει τη πορεία τους.
Η Φαντασία, χάιδευε ερεθισμένη
απόκρυφα σημεία του κορμιού της.
Γράμματα, λέξεις και νοήματα
έπαιρναν πλέον διαολεμένο ρυθμό.
Η μάγισσα το ένιωθε αυτό βαθιά στα σωθικά της.
Έκρηξη ανεξέλεγκτη κυοφορούσε μέσα στο κορμί της.
Το μυαλό της κόντευε να σπάσει απ’ την ένταση.
Η ταχύτητα γίνονταν ολοένα και πιο αδάμαστη,
παίζοντας με τα ανθρώπινα όρια.
Αυτός ένιωθε πως τα γράμματα,
και οι λέξεις που σχημάτιζαν, δεν επαρκούσαν.
Ήταν πολύ λίγα μπροστά στον επικείμενο τυφώνα της ψυχής του.
Τα γράμματα είναι λίγα, οι λέξεις άβολες, οι προτάσεις λειψές
και οι γραμμές παγιδευμένες σε λίγα εκατοστά χαρτιού.
Η μάγισσα είχε ξεπεράσει προ πολλού τα όρια της.
Κάτι βαθύτερο την ένωνε μ' αυτόν και το 'ξερε καλά.
Ούρλιαξε δυνατά,
είπε 3-4 λέξεις που κανείς δεν είχε ξανακούσει μέχρι τότε,
και έπαψε ακαριαία κάθε λειτουργία του κορμιού της.
Το μολύβι ξεγλίστρησε απ' τα χέρια του
με ένα ακατανόητο μα και αδιαπραγμάτευτο τράνταγμα.
Όλα είχαν τελειώσει.

Συνέχισε, γράφοντας ακόμα κάποιες λέξεις.
Κατάφερε να ολοκληρώσει και μια νέα πρόταση.
Την ξανακοίταξε. Δεν του άρεσε καθόλου
κι έτσι η πρώτη μουντζούρα μπόρεσε να χωρέσει στο χαρτί του.
Η ώρα είχε περάσει, πρέπει να ήταν ήδη 4.
Ξάπλωσε στο κρεβάτι του, κοιτώντας το ταβάνι.
Κάπνισε άλλο ένα τσιγάρο,
προσπαθώντας να ηρεμήσει, να αναλογιστεί.
Το τσιγάρο τελείωσε,
το αποτσίγαρο απομακρύνθηκε
και ο ίδιος κουλουριάστηκε βυθιζόμενος στις τελευταίες του σκέψεις.
Δεν θυμάται να σας πει ποιες είναι αυτές. Ούτε η Μάγισσα.
Είχε ήδη αποκοιμηθεί γλυκά, γαλήνια κι αβίαστα.

...Μια βαθιά ανάσα έκοψε στα δυο την διάχυτη νέκρα του χώρου της.
Η Μάγισσα, χωρίς να θυμάται τι ακριβώς είχε μεσολαβήσει,
συνέχισε να μαγειρεύει την ανατολίτικη συνταγή
με σχεδόν μηχανικό τρόπο.
Ο ήλιος συνέχισε να τρυπώνει απ’ το παράθυρο,
ενώ η γάτα της, που τόσο αγαπούσε,
περιφέρονταν με κομψότητα μέσα στο δωμάτιο.
Τίποτα δεν είχε αλλάξει.

1 σχόλιο: