Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2011

ΧΑΡΤΙΝΗΣ ΖΩΗΣ ΑΠΟΣΥΝΘΕΣΗ

Και άμα δεις να γκρεμίζεται η χάρτινη ζωή σου
σαν τα ποντίκια τρέχεις, σκοντάφτεις, πέφτεις
κι όρθιος πάλι να κυνηγάς μικρές χαρές
και δικλείδες παντοτινής ευτυχίας στη μίζερη ζωή σου.
Δειλός κι ανυπεράσπιστος
μπουχτισμένος από τύψεις και ενοχές
σα δέντρο αρρωστιάρικο όπου φυσάει παραδέρνεσαι
φαντασιώνεσαι μια ζωή χωρίς διλήμματα και δάκρυα
τρέχεις ανάμεσα απ’ τα χαλάσματα
ανασηκώνεις τόνους χαρτιού
-τη πρώτη σου αγάπη, τους παιδικούς σου φίλους, τη μάνα σου-
κλαίς με λυγμούς
τρέχεις πιο γρήγορα
και κάτω απ' τις χάρτινες θεωρίες σου
βλέπεις το χέρι του Μαρξ κομμένο από τη ρίζα
και τη καρδιά του Ιησού να την ξεσκίζουν σκύλοι.
Ο μέσα πανικός τα σωθικά κατασπαράζει
και οι φωνές του Προμηθέα σ' ολάκερη αντηχούν την οικουμένη.
Στην οικουμένη της ύπαρξης σου
που λιώνει σαν πλαστικό πάνω στο δέρμα σου.
Συνθλίβομαι·
Αποσύνθεση.



ΑΝΑΠΛΗΡΩΣΗ

Από μικρός μου άρεσε ν’ αλλοιώνω, ν’ ανασκευάζω
ή και να δημιουργώ μικρές καθημερινές ιστορίες.

Κι αν η μνήμη μου για λόγους ανεξήγητους
απ’ τα νεανικά ακόμα χρόνια της
άρχισε να εξασθενεί και να σαπίζει,
η Φαντασία ήρθε να φυτρώσει
στο πιο κατάλληλο λίπασμα
και κάπως να δικαιολογεί τη λόξα μου αυτή.


Η ΦΩΤΙΑ

Φοβάμαι τον Μπωντλαίρ
το Μοντιλιάνι, το Βαν-Γκόγκ
τη φωτιά που σιγοκαίει
και με λύσσα επιθυμώ
στάχτη να γίνω μέσα της μια μέρα·
ή ένα βράδυ σαν όλα τ’ άλλα.


Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2011

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Μάχες θανατερές
στους καθρέφτες, στις σκιές, στο σκοτάδι, στο φως
σπυράκια κατακόκκινα πρησμένα
που μέρες ή χρόνια ολάκερα κυοφορούν
στο σημαδεμένο μας κορμί
στη κατακερματισμένη μας ψυχή·
πύον καυτό που στάζει
είναι τα ποιήματα.

Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2011

ΥΠΕΡΒΑΣΕΙΣ

Τ’ ανθρώπινα καθόλου δεν γνωρίζω
μα τίποτα απ’ τα ανθρώπινα δεν μου είναι ξένο·
κι όλο σκοντάφτω εκεί που αρχίζει ο θεός,
τ’ Ολόκληρο.


ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ

Το σώμα της
απέναντι μου πάνω στη ξύλινη κατασκευή
του μικρού πλοιαρίου
μετέφερε σαράντα χορτασμένα από έρωτες,
μίση, θανάτους κι αναγεννήσεις, χρόνια.
Πούπουλα που στάθηκαν ανάλαφρα στο μέτωπο
τα φρύδια της
σμιλεμένα αθόρυβα σε άλλη εποχή
τα μάτια και τα μήλα της
φουρνισμένα σε σιγανή φωτιά
τα χείλια της
και με μεράκι λαξευμένο πέρα ως πέρα
το κορμί της.

Δεν το κρύβω·
θα ήθελα να κάνουμε έρωτα
σ’ εκείνο το μικρό αμπάρι.
Είχαμε άλλωστε μπροστά μας
τριών ωρών ταξίδι.



Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2011

ΣΤΟ ΠΕΔΙΟ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ

Χρέος του ποιητή
η αδιάκοπη πάλη
στο πεδίο της γλώσσας.
Αυταρέσκεια αναβλύζουν
τα πανέμορφα λιβάδια της γλώσσας.
Σαν βδέλλες σιχαμένες
κολλάνε στο σώμα του ποιητή
οι λαμπρές λέξεις
και προσπαθώντας να επιζήσουν
προσφέρουν δόξα κι ευφημία
αβέβαιη.

Άλλες λέξεις χρειάζονται·
στης γης το κέντρο φυτεμένες
πυρωμένες
μέχρι το μεδούλι.



ΟΤΑΝ ΠΙΝΩ ΤΑ ΦΙΛΙΑ ΣΟΥ

Σαν τη Δήλο,
Όταν ακόμα βύζαινε η Λητώ τους δίδυμους Θεούς·
μονάχη μα περήφανη.

Σαν τη Δήλο,
Όταν ακόμα στέκονταν αγέρωχοι οι Λέοντες·
φρουροί της Ιεροσύνης.

Σαν τη Δήλο,
Λίγο πριν αποκοιμηθούν οι πιο λαμπρές αρχαιότητες
στην αιωνόβια αγκαλιά της Ιστορίας.

Σαν τη Δήλο,
Λίγο πριν παραδοθεί βουβός ο Πορφυρόβαφτος
στην απέραντη αγκαλιά του Αιγαίου.

Στη Δήλο,
Σαν όταν πίνω τα φιλιά σου.



ΓΑΥΔΟΣ

Κέδροι ταπεινοί
πιστοί στην ομορφιά της
παρακολουθητές βουβοί
της αιωνόβιας διαδρομής της
γη εξόριστων
σμιλεμένη ατίθασα
αυτοεξόριστη η ίδια
πεισματικά προς τους καιρούς
σε πορεία νοτιοανατολική.