Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2011

ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΗ

(Πλατωμένη στο χώρο η Μνημοσύνη
πλεξούδες μπλέκει
της Μελπομένης και της Θάλειας τα μαλλιά)

Τρυφεροί καλλιτέχνες,
ταλαιπωρημένοι εργάτες·
άλλοι δρόμοι, άλλα ταξίδια
άλλοι προορισμοί.
Στα λαμπερά τους μάτια
φυτεμένος ο πιο γκρίζος ουρανός·
καύσωνας καλοκαιρινός
ιδρώτας αιωνόβιος
οξύ στα κορμιά τους.
Αποκαθήλωση βουβή
η μετακόμιση.
Κομμάτια σάρκας
οι φόδρες των επίπλων
στριγγλίζουν στο πάτωμα.
-Άψυχο το σώμα Κυρίου
μερόνυχτο ολάκερο
σπάραζε σιωπηρά.
Την επομένη την αυγή
σάρκα και καρφιά
χυμένα ανάκατα στο χώμα-
Τα έπιπλα-
ολόλευκα χειροκροτήματα·
κόκκινες ερμηνείες·
ιδρωμένα πατώματα·
γλώσσες μπλεγμένες·
κορμιά σαν ένα·
εκκωφαντικοί οργασμοί στο ημίφως
τα έπιπλα.



Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2011

ΧΑΡΤΙΝΗΣ ΖΩΗΣ ΑΠΟΣΥΝΘΕΣΗ

Και άμα δεις να γκρεμίζεται η χάρτινη ζωή σου
σαν τα ποντίκια τρέχεις, σκοντάφτεις, πέφτεις
κι όρθιος πάλι να κυνηγάς μικρές χαρές
και δικλείδες παντοτινής ευτυχίας στη μίζερη ζωή σου.
Δειλός κι ανυπεράσπιστος
μπουχτισμένος από τύψεις και ενοχές
σα δέντρο αρρωστιάρικο όπου φυσάει παραδέρνεσαι
φαντασιώνεσαι μια ζωή χωρίς διλήμματα και δάκρυα
τρέχεις ανάμεσα απ’ τα χαλάσματα
ανασηκώνεις τόνους χαρτιού
-τη πρώτη σου αγάπη, τους παιδικούς σου φίλους, τη μάνα σου-
κλαίς με λυγμούς
τρέχεις πιο γρήγορα
και κάτω απ' τις χάρτινες θεωρίες σου
βλέπεις το χέρι του Μαρξ κομμένο από τη ρίζα
και τη καρδιά του Ιησού να την ξεσκίζουν σκύλοι.
Ο μέσα πανικός τα σωθικά κατασπαράζει
και οι φωνές του Προμηθέα σ' ολάκερη αντηχούν την οικουμένη.
Στην οικουμένη της ύπαρξης σου
που λιώνει σαν πλαστικό πάνω στο δέρμα σου.
Συνθλίβομαι·
Αποσύνθεση.



ΑΝΑΠΛΗΡΩΣΗ

Από μικρός μου άρεσε ν’ αλλοιώνω, ν’ ανασκευάζω
ή και να δημιουργώ μικρές καθημερινές ιστορίες.

Κι αν η μνήμη μου για λόγους ανεξήγητους
απ’ τα νεανικά ακόμα χρόνια της
άρχισε να εξασθενεί και να σαπίζει,
η Φαντασία ήρθε να φυτρώσει
στο πιο κατάλληλο λίπασμα
και κάπως να δικαιολογεί τη λόξα μου αυτή.


Η ΦΩΤΙΑ

Φοβάμαι τον Μπωντλαίρ
το Μοντιλιάνι, το Βαν-Γκόγκ
τη φωτιά που σιγοκαίει
και με λύσσα επιθυμώ
στάχτη να γίνω μέσα της μια μέρα·
ή ένα βράδυ σαν όλα τ’ άλλα.


Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2011

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Μάχες θανατερές
στους καθρέφτες, στις σκιές, στο σκοτάδι, στο φως
σπυράκια κατακόκκινα πρησμένα
που μέρες ή χρόνια ολάκερα κυοφορούν
στο σημαδεμένο μας κορμί
στη κατακερματισμένη μας ψυχή·
πύον καυτό που στάζει
είναι τα ποιήματα.

Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2011

ΥΠΕΡΒΑΣΕΙΣ

Τ’ ανθρώπινα καθόλου δεν γνωρίζω
μα τίποτα απ’ τα ανθρώπινα δεν μου είναι ξένο·
κι όλο σκοντάφτω εκεί που αρχίζει ο θεός,
τ’ Ολόκληρο.


ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ

Το σώμα της
απέναντι μου πάνω στη ξύλινη κατασκευή
του μικρού πλοιαρίου
μετέφερε σαράντα χορτασμένα από έρωτες,
μίση, θανάτους κι αναγεννήσεις, χρόνια.
Πούπουλα που στάθηκαν ανάλαφρα στο μέτωπο
τα φρύδια της
σμιλεμένα αθόρυβα σε άλλη εποχή
τα μάτια και τα μήλα της
φουρνισμένα σε σιγανή φωτιά
τα χείλια της
και με μεράκι λαξευμένο πέρα ως πέρα
το κορμί της.

Δεν το κρύβω·
θα ήθελα να κάνουμε έρωτα
σ’ εκείνο το μικρό αμπάρι.
Είχαμε άλλωστε μπροστά μας
τριών ωρών ταξίδι.



Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2011

ΣΤΟ ΠΕΔΙΟ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ

Χρέος του ποιητή
η αδιάκοπη πάλη
στο πεδίο της γλώσσας.
Αυταρέσκεια αναβλύζουν
τα πανέμορφα λιβάδια της γλώσσας.
Σαν βδέλλες σιχαμένες
κολλάνε στο σώμα του ποιητή
οι λαμπρές λέξεις
και προσπαθώντας να επιζήσουν
προσφέρουν δόξα κι ευφημία
αβέβαιη.

Άλλες λέξεις χρειάζονται·
στης γης το κέντρο φυτεμένες
πυρωμένες
μέχρι το μεδούλι.



ΟΤΑΝ ΠΙΝΩ ΤΑ ΦΙΛΙΑ ΣΟΥ

Σαν τη Δήλο,
Όταν ακόμα βύζαινε η Λητώ τους δίδυμους Θεούς·
μονάχη μα περήφανη.

Σαν τη Δήλο,
Όταν ακόμα στέκονταν αγέρωχοι οι Λέοντες·
φρουροί της Ιεροσύνης.

Σαν τη Δήλο,
Λίγο πριν αποκοιμηθούν οι πιο λαμπρές αρχαιότητες
στην αιωνόβια αγκαλιά της Ιστορίας.

Σαν τη Δήλο,
Λίγο πριν παραδοθεί βουβός ο Πορφυρόβαφτος
στην απέραντη αγκαλιά του Αιγαίου.

Στη Δήλο,
Σαν όταν πίνω τα φιλιά σου.



ΓΑΥΔΟΣ

Κέδροι ταπεινοί
πιστοί στην ομορφιά της
παρακολουθητές βουβοί
της αιωνόβιας διαδρομής της
γη εξόριστων
σμιλεμένη ατίθασα
αυτοεξόριστη η ίδια
πεισματικά προς τους καιρούς
σε πορεία νοτιοανατολική.



Τετάρτη, 10 Αυγούστου 2011

ΑΠΟΧΩΡΗΣΑΝΤΕΣ ΕΛΑΧΙΣΤΟΙ

Κηπουρός ο Χρόνος
κλαδεύει
πένθιμα κι ολόλευκα άνθη
απ' τις απέραντες εκτάσεις
της Μνήμης
οδηγώντας μας προς το τέλος
ολοένα και πιο ελαφρείς
ολοένα και πιο ελάχιστους.
Πούπουλα
που προσγειώνονται
αδιάφορα στο χώμα
είμαστε.



Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2011

ΧΡΟΝΟΣ ΧΑΟΥΣ

Χρόνος χάους
Άπαντα άμορφα
διαρκώς κινούμενα
μετ' ακαθορίστου ταχύτητος
προς πάσα κατεύθυνση.
Τότε που το Μέγα Μηδέν δεν είχε σχηματιστεί ακόμα
και ατέρμονα περιφέρονταν πέριξ του εαυτού του.
Τότε που η Όραση δεν είχε δεί ακόμα
κι οι Αδερφάδες της
δεν άγγιζαν το χώμα
δεν μύριζαν την άνοιξη
δεν άκουγαν τ' αηδόνια.
Τότε που η πιό μικρή,
η Γεύση η παρθένα
δεν είχε γευτεί μέλι
νέκταρ δεν είχε πιεί απο σπαζόμενα μέλη.

Σάββατο, 16 Απριλίου 2011

ΕΠΙΚΑΘΟΡΙΖΟΜΕΝΕΣ ΤΥΧΑΙΟΤΗΤΕΣ

Στον άξονα της Αφορμής

αδιάκοπα περιστρεφόμενες τυχαιότητες,

ευθυγραμμιζόμαστε με χρονικά στιγμιότυπα

και Επιλέγουμε διαρκώς,

χαράζοντας πορεία μοναδική.

Παρασκευή, 15 Απριλίου 2011

ΦΥΣΗΣ ΕΚΤΑΣΗ, ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΟΡΙΑ

Πλανεύτρες μέρες
νύχτες μου μάγισσες,

Τι να φωνάξω πείτε μου,

που να πρωτομυρίσω,
που φυτρώνει το κακό

και πώς να το ξορκίσω.
Πώς να πλατύνω να γευτώ

όλα σας τα καμώματα

στη πλήρη έκταση τους.




Τετάρτη, 13 Απριλίου 2011

ΣΑΝ ΤΟΥ ΜΕΛΙΟΥ ΤΗ ΜΥΡΩΔΙΑ

Σαν του μελιού τη μυρωδιά να ξαναρθείς,
σαν τ’αεράκι το ζεστό απ΄το νοτιά...

Μορφές αλλόκοτες και ξωτικά
τον ύπνο σου αγκαλιάζουν,
και πριν ξυπνήσει η Ανατολή
φιλούν το μέτωπο σου.
Κι αφού ξορκίσουν το κακό
με ύμνους και τραγούδια,
ρίχνουν ακόμα μια ματιά
και έρχονται σε μένα.
Σαν τα παιδάκια τα μικρά,
που αποζητούν παιχνίδι,
μου φέρνουν το φιλί σου,
τη μυρωδιά της σάρκας σου,
τη πιο καυτή σου ανάσα.
Μα γρατζουνάν τη σκέψη
και μου τη ματώνουν.
Σκέψη απουσίας.
Λευκή μνήμη μαύρης απουσίας.

Σαν του μελιού τη μυρωδιά να ξαναρθείς,
σαν τ’αεράκι το ζεστό απ΄το νοτιά...



Τρίτη, 12 Απριλίου 2011

ΩΡΕΣ

Στων καραβιών τις πλώρες,

στων φίλων τις αιώρες.

Ωρες,

θλιβερές κι ανιαρές

μ’ αγαπημένες,

πάλι και πάντα θ’ ανατέλλετε.

Κυριακή, 10 Απριλίου 2011

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΙΒΗΡΙΚΗ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟ

(Λισαβόνα)

Της ταπεινής σου πολιτείας οι στέγες
με μητρική στοργή σκεπάζουνε
τους ματοβαμμένους δρόμους,
το περήφανο λαό σου.
Με μια ασυνήθιστη ηρεμία
κυλάνε οι ώρες στα πλακόστρωτα δρομάκια σου,
παρασέρνοντας ήχους, μουσικές και χρώματα.
Και το μεθυστικό ταξίδι σου συνεχίζεται,
με ή χωρίς εμάς,ταπεινή και περήφανη πολιτεία.


(Μαδρίτη)

Κόκκινο, κόκκινο, κόκκινο.
Στο πηχτό κόκκινο αίμα που κυλάει
στις φλέβες των ανθρώπων
και της ιστορίας σου.
Στη πόλη αυτή που χορεύουν ιδρωμένες
οι καρδιές, οι λέξεις και τα σώματα.
Στη πόλη αυτή που φλερτάρει
με τα όρια του ανθρώπου,
με τα όρια του πραγματικού.
Στου ανυπόταχτου λαού σου το ανάστημα,
που δε βολεύτηκε ποτέ.
Στην αμείλικτη μοίρα του
να φιλήσει τα πόδια της Ελευθερίας.



ΔΥΣΩΔΙΑ

Ψεύτες ηθικολόγοι, χυδαίοι υλιστές, ανύμποροι ιδεαλιστές
τα κόμπλεξ τους βυζαίνουν
απο κάθε όψη της γιγαντιαίας κίνησης
των ψυχών και της φύσης.
Σαν καταδικασμένα στη λάσπη να ζήσουν σκυλιά
ρουφάνε τη πιο ακριβή γύρη
και βρωμίζουν αμόλυντα ακόμα νεογνά.
Αυτοί αναπαράγονται,
Τα νεογνά βηματίζουν δειλά,
Κι εμέις,
εσταυρωμένοι και επί της γης κολασμένοι,
χρεωμένοι να ξεριζώσουμε το κακό.




Σάββατο, 9 Απριλίου 2011

ΜΗΤΡΙΚΑ

Ένα συναίσθημα ιερού σεβασμού
και χαοτικής αμηχανίας
κατακλύει το είναι μου
στη θέα της μητρικής επαφής.
Κατακλυσμιαία συγκίνηση
για την πιο αυθεντική επαφή
μεταξύ δυο ψυχών.

'' Και ύστερα τέντωσε το κορμάκι της
να φτάσει τα χείλια της μαμάς της
σαν απο Φύσης προσταγή...